Σκέψεις πάνω στη "Μήδεια" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević
Θέατρο Ανατολικής
Τάφρου (Χανιά) 11/08/2026
Είναι μεγάλο τόλμημα να έρχεται ένας καλλιτέχνης αντιμέτωπος με ένα έργο
αρχαίας τραγωδίας. Δεν είναι κάτι απλό. Οι τραγωδίες δεν είναι έργα για να κάνει
ένας θίασος περιοδεία ανά την Ελλάδα το καλοκαίρι έχοντας όπως όπως απλώς μια
ιδέα. Μπορεί να γίνει αλλά το στοίχημα μάλλον θα χαθεί. Κείμενα τόσο περιεκτικά
απαιτούν αφοσίωση και ουσιαστική μελέτη πριν παρασταθούν, είτε με σύγχρονη
ματιά, είτε με πιο κλασσική, είτε όπως ο κάθε σκηνοθέτης έχει εμπνευστεί για να
πει κάτι μέσα από αυτά. Οι απαιτήσεις των ίδιων των έργων είναι πολύ μεγάλες,
γι΄ αυτό και σπάνια μια παράσταση τραγωδίας στις μέρες μας κερδίζει το στοίχημα
να λάβει τόση μεγάλη φροντίδα ώστε να αναδυθεί ζωντανή, να αφορά, να
αποκαλύπτει όσα έχει μέσα της με τον όποιο τρόπο. Στην «Μήδεια» του Ευριπίδη,
σε σκηνοθεσία Nikita Milivojević το στοίχημα αυτό δυστυχώς χάθηκε
τελείως.
![]() |
| Το σκηνικό της παράστασης στο θέατρο Ανατολικής Τάφρου (Χανιά) |
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο σκηνοθέτης
σε συνέντευξή του, η δική του ανάγνωση πάνω στο έργο ξεκινά με το ερώτημα «Τι
συμβαίνει στη Μήδεια τη στιγμή που έχει ήδη διαπράξει το έγκλημα; Τι περνά από
το μυαλό της εκείνη ακριβώς τη στιγμή;». Η παράσταση στήνεται πάνω σε μια
παραίσθηση, όπως λέει, σαν η ηρωίδα να έχει εγκλωβιστεί σε έναν εφιάλτη που δεν
υπάρχει διαφυγή, με τον χορό να είναι οι δαίμονές της με τους οποίους βρίσκεται
σε συνεχή σύγκρουση.[1]
Όλα καλά στη θεωρία. Η πράξη δυστυχώς δεν απέδωσε ούτε την ιδέα του
σκηνοθέτη ούτε το ίδιο το έργο του Ευριπίδη. Το σκηνικό αποτελούνταν από οκτώ
κόκκινες πόρτες που στέκονταν στο πίσω μέρος και μια μεγάλη γούρνα με μαύρες
λωρίδες ύφασμα μέσα της, τόσες πολλές που η εικόνα θύμιζε φύκια συσσωρευμένα (;)
ή στάχτες (;). Η παράσταση ξεκίνησε κάνοντας φανερούς από την αρχή τους αδέξιους
φωτισμούς της, οι οποίοι παρέμειναν έτσι ως το τέλος (φλατ λευκά φώτα που δεν
έδιναν καμία ατμόσφαιρα). Με ένα σχήμα τύπου «flash back» η δράση άρχισε με την Μήδεια
να παρατηρεί τις οκτώ πόρτες του σκηνικού, να μπαίνει στη γούρνα με τα «φύκια»,
να τα σηκώνει ψηλά και να μας δείχνει αντικείμενα που θα βλέπαμε αργότερα (το
κουτί με το φως, ένα παιδικό καρουζέλ). Ο Χορός κάνει την εμφάνισή του από τις πόρτες,
φορώντας υπερμεγέθεις μάσκες τεράτων (άλλες ζωόμορφες και άλλες υδροκέφαλες) ,
η Μήδεια αρχίζει να ουρλιάζει και να χτυπάει την πόρτα για να φύγει αλλά η
πόρτα δεν ανοίγει. Με τον ίδιο τρόπο περίπου ολοκληρώνεται και η παράσταση μετά
τον φόνο των παιδιών της.
Αυτή ήταν και η βάση όλης της παράστασης
που είδαμε. Η Μήδεια (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) περιφερόταν αδέξια καθ’ όλη της διάρκεια
μέσα στην γούρνα, υποχρεωμένη να πατάει πάνω στα πανιά, τα οποία δυσκόλευαν την
κίνηση τόσο εκείνης όσο και των υπόλοιπων συντελεστών. Ακόμα κι αν αυτό στόχο είχε
να συμβολίσει μια αστάθεια, θεωρώ πως κάτι τέτοιο ένας ηθοποιός μπορεί να το
αποδώσει ακόμα και σε ίσιο έδαφος, και όχι με το να βασανίζεται, όπως φαινόταν
στα μάτια μας, μέσα σε ένα πραγματικά δύσβατο σκηνικό για δύο ώρες. Ένα σκηνικό
που κανείς από τους συντελεστές δεν φάνηκε εξοικειωμένος μαζί του. Άλλοι
πατούσαν πάνω του με ανασφάλεια, οι πόρτες άνοιγαν – έκλειναν και κουνούσαν
ολόκληρες, δίνοντας την αίσθηση πως μπορεί και να πέσουν. Τα «φύκια» μέσα στη
γούρνα, όποιο σκοπό και αν είχαν, αντιμετωπίστηκαν αμήχανα από το σύνολο των
ηθοποιών, άρα δεν πήραν υπόσταση. Και σε όλα αυτά προστίθενται επιτηδευμένοι
συμβολισμοί, με ένα σπιτάκι ξύλινο σε ένα καρότσι, που η τροφός περιέφερε γύρω
από τη σκηνή, παιδικά παιχνίδια ένα λαμπατέρ (σαν από το ΙΚΕΑ), ένα μαξιλάρι,
που ήταν σαν να βρέθηκε κατά λάθος στη γούρνα και διάφορα άλλα που περισσότερο
προκαλούσαν απορία παρά βοηθούσαν. Ο συμβολισμός με την καταστροφή του ξύλινου
σπιτιού κατά τη δολοφονία των παιδιών σαν ιδέα είχε νόημα, ωστόσο η εκτέλεσή
του, ξανά κάτω από τον φλατ φωτισμό που αναφέρθηκε και πριν, τον έκανε να χάσει
κάθε δυναμική, ειδικά καθώς βλέπαμε να διαλύεται το μισοβαμένο (γιατί;) λεπτό κόντρα
πλακέ με το οποίο φτιάχτηκε για να καταστραφεί πιο εύκολα.
![]() |
| Ο Χορός της "Μήδειας" (Φωτογραφία από την επίσημη φωτογράφηση της παράστασης) |
Πλάι σε αυτό το εικαστικό συνονθύλευμα, που οι φωτισμοί το έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο άτεχνο (π.χ. ίσως οι μάσκες του Χορού κάτω από ένα επιβλητικό φως να είχαν όντως ενδιαφέρον, ενώ τώρα θύμιζαν απλώς καρναβάλι) δυστυχώς οι ερμηνείες των ηθοποιών δεν στάθηκαν σε επίπεδο που θα έσωζαν την κατάσταση. Όλοι ηθοποιοί με πείρα και εμπειρία. Μήδεια, Κρέοντας (Άρης Λεμπεσόπουλος), Ιάσονας (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), Τροφός (Ρένη Πιττακή), Αιγέας (Τάσος Σωτηράκης). Δυστυχώς όλοι φάνηκαν ασταθείς, αμήχανοι, θαμποί και με μεγάλες τομές στις διαθέσεις, που μας έκαναν να βλέπουμε τις οδηγίες για τις τεχνικές συναισθηματικές διακυμάνσεις που είχαν λάβει ή δώσει στον εαυτό τους. Στους διαλόγους δεν υπήρχε επαφή μεταξύ τους. Πολλές αδικαιολόγητες παύσεις. Πολλά κενά. Η Μήδεια χωρίς ροή, άλλαζε διαθέσεις χωρίς συνέπεια και συναισθηματικό υπόβαθρο. Δεν έφτασε ποτέ σε εμάς η εσωτερική της σύγκρουση και το δίκιο της, αλλά αντίθετα φάνηκε από την αρχή ως μια γυναίκα που έχει χάσει τα λογικά της. Δεν αρκεί μια καλή τεχνική στη φωνή ενός ηθοποιού για να κρατηθεί μια παράσταση. Το αποκορύφωμα στο τέλος ένας ενοχλητικός ηχητικά και σωματικά Αγγελιοφόρος (Διονύσης Πιφέας), ο οποίος έμοιαζε να ήρθε από άλλη παράσταση για να αποδομήσει την αγγελική ρήση, ουρλιάζοντας και τρέχοντας σε σημεία άσχετα με τον λόγο του και μην καταφέρνοντας να μεταδώσει ούτε συναισθηματικά ούτε νοηματικά τα όσα φοβερά είδε.
Ας σημειώσουμε εδώ την επιλογή
του σκηνοθέτη να εμφανίσει στη σκηνή την κόρη του Κρέοντα και μέλλουσα νύφη του
Ιάσονα, να περιφέρεται με ένα άσπρο φόρεμα στον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης της
(;) ή να βρίσκεται σε τρυφερές περιπτύξεις με εκείνον μπροστά στη Μήδεια. Η
φιγούρα θα είχε λόγο αν έπαιρνε κάποια μεταφυσική διάσταση, ωστόσο παρουσιάστηκε
με έναν αμήχανο ρεαλισμό. Η αναπαράσταση της δολοφονίας της με το πέπλο, που αδέξια
κουκουλωνόταν και ξεκουκουλωνόταν ο Χορός, σε ένα κάποιο χορευτικό και η τόσο
αδιάφορη αντίδραση του Κρέοντα μπροστά στο νεκρό σώμα της, σε συνδυασμό με τα
λόγια του Αγγελιοφόρου, ίσως ήταν από τις πιο κουραστικές στιγμές της παράστασης.
Ο Χορός Ηλέκτρα Καρτάνου, Εμμανουήλ Κοντός, Ιωάννα Μπιτούνη, Κατερίνα Νταλιάνη, Μαριάμ Ρουχάτζε, Νίκος Τσιμάρας) υπήρχε στη σκηνή εκτελώντας τις οδηγίες χωρίς καμία περεταίρω συμβολή και χωρίς
να φέρει (πέρα από το εξωτερικό στοιχείο της μάσκας) τίποτα ουσιαστικά από τους
δαίμονες που προαναφέρθηκαν. Παράλληλα, δεν είδαμε την Μήδεια στην
αλληλεπίδραση μαζί τους να αντιδρά σαν να έρχεται αντιμέτωπη με τους δαίμονές της,
αλλά αντίθετα σαν να έβλεπε απλούς ανθρώπους, που τους γνωρίζει και δεν έχουν
καμία επίδραση πάνω της.
![]() |
| Μήδεια, Ιάσονας και Χορός (Φωτογραφία από την επίσημη φωτογράφηση της παράστασης) Κάτω φαίνεται το μέρος του σκηνικού με τα "φύκια" |
Τα κοστούμια ειδικά του Χορού σαν
να μην ταίριαζαν στα σώματα που τα φορούσαν. Και το, για πολλοστή φορά, κόκκινο
φόρεμα της Μήδειας χανόταν μπροστά από τις κόκκινες πόρτες, ενώ παράλληλα ήταν
στο μήκος του φοβερά άβολο ώστε να μην βοηθάει την ηθοποιό να σταθεί μέσα στα «φύκια».
Ίσως η μόνη ευχάριστη νότα της παράστασης
να ήταν η φωνή της Μαριάμ Ρουκχάτζε (Χορός) και το εύρημα με την δεσμίδα
φωτός στο τέλος, που συμβόλιζε την άυλη πλέον Μήδεια που είχε φύγει με το άρμα
του Ήλιου (αν το κατάλαβε κανείς με τις παρεμβάσεις του Ιάσονα).
Να σημειώσουμε ότι υπήρχε ζωντανή
μουσική η οποία ακουγόταν ελάχιστα αναπαράγοντας κυρίως κάποιους μονότονους ήχους.
Δύο φορές επίσης ακούστηκε – άγνωστο το γιατί – μια σειρήνα μάλλον ασθενοφόρου
ή περιπολικού, που ο θίασος παρακολουθούσε με το βλέμμα του να περνάει…
Ας σημειωθεί επίσης πως η διασκευή
του κειμένου που έγινε από τον σκηνοθέτη δυσχέρανε την κατάσταση μιας και ο
λόγος ακουγόταν σε σημεία τηλεοπτικά απλοϊκός και έχανε την δυναμική του…
Όταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης δηλώνει
πως αποζητά παραστάσεις που να συγκινούν βαθιά και δεν τον ενδιαφέρει να θαυμάζει
την ευφυΐα της σκηνοθεσίας[2]
απλώς, τότε θα πούμε με σιγουριά πως το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν πέτυχε. Με
λίγα λόγια αυτό που είδαμε ήταν άτακτες ιδέες και σύμβολα πάνω στη σκηνή τα
οποία δεν έδεναν, δεν είχαν εξοικειωθεί οι συντελεστές μαζί τους και ως
κατάληξη ότι και να είχαν να πουν τελικά δεν ειπώθηκε.
Κρίμα…
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία-Διασκευή: Nikita Milivojević
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνογραφία: Σωτήρης Μελανός
Πρωτότυπη μουσική / δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Κίνηση: Amalia
Bennett
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Σχεδιασμός Ήχου: Κώστας Μπώκος
Μετάφραση Σέρβικα: Natasa Mijatovic
Βοηθοί σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας - Γιώτα Σερεμέτη
Βοηθός Σκηνογράφου: Σοφία Θεοδώρου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Δήμητρα Σαρρή
Βοηθός Κινησιολόγου: Κατερίνα Γεβετζή
Πρωταγωνιστούν
Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Λάζαρος Γεωργακόπουλος
Άρης Λεμπεσόπουλος
Τάσος Σωτηράκης
Διονύσης Πιφέας
Στον ρόλο της Τροφού η Ρένη Πιττακή
Χορός
Ηλέκτρα Καρτάνου
Εμμανουήλ Κοντός
Ιωάννα Μπιτούνη
Κατερίνα Νταλιάνη
Μαριάμ Ρουχάτζε
Νίκος Τσιμάρας
Μουσικοί επί σκηνής:
Στέλιος Κατσατσίδης
Βαγγέλης Παρασκευαΐδης
[1] «Αναρωτήθηκα
αν βιώνει μια μορφή «κλινικού θανάτου», όπου ολόκληρη η ζωή της περνά μπροστά
από τα μάτια της μέσα από έναν καταιγισμό εικόνων, αναμνήσεων και στιγμών από
το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον. Οι εικόνες αυτές εμφανίζονται άναρχα,
όπως στα όνειρα, χωρίς χρονική ή χωρική συνέχεια. Πραγματικά και φανταστικά
γεγονότα, το πιθανό και το αδύνατο συνυπάρχουν. Μέσα στο μυαλό της, όλα
μετατρέπονται σε μια φαντασμαγορία, σε μια παραληρηματική κατάσταση γεμάτη
δαίμονες. Η Μήδεια είναι παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο αγάπης, μίσους, οργής,
ζήλιας, φόβου και εκδίκησης — έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν υπάρχει διαφυγή.»:
https://www.news247.gr/magazine/culture/nikita-milivogevits-otan-olokliros-o-kosmos-katarreei-afto-pou-apomenei-einai-i-mnimi/
[2] «Και ως
θεατής, θέλω να φεύγω μια παράσταση έχοντας συγκινηθεί βαθιά. Δεν με
ενδιαφέρει να θαυμάσω απλώς την ευφυΐα μιας σκηνοθεσίας. Έχω δει πολλές
εξαιρετικά «έξυπνες» παραστάσεις που, παρ’ όλα αυτά, ήταν αφόρητα βαρετές.»: https://www.news247.gr/magazine/culture/nikita-milivogevits-otan-olokliros-o-kosmos-katarreei-afto-pou-apomenei-einai-i-mnimi/



