Σκέψεις πάνω στην παράσταση "Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος" του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου

 

Σκέψεις πάνω στην παράσταση "Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος" του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου

Θέατρο Θησείον, Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025


Ας ξεκινήσουμε από το ίδιο το έργο. Η εύρεση ενός δολοφονημένου αγοριού με ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα γίνεται η αφορμή για να ξεδιπλωθούν οι εσωτερικοί μονόλογοι επτά κατοίκων του ίδιου χωριού — για την ακρίβεια, πέντε μονόλογοι και ένας διάλογος. Μέσα από τις φωνές αυτών των ανθρώπων, που αρχικά μοιάζουν να μιλούν χωρίς πρόθεση εξομολόγησης, αποκαλύπτονται σταδιακά, μέσα από την περίτεχνη γραφή του Μιρό, οι σκοτεινές αλήθειες μιας μικρής επαρχιακής κοινότητας. Ο ένας κρίκος συνδέεται με τον άλλο, και σιγά σιγά ένα κοινωνικό και ψυχολογικό θρίλερ ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας.

Ο ίδιος ο συγγραφέας επιθυμούσε όλοι οι ρόλοι να ενσαρκωθούν από έναν μόνο ηθοποιό — είτε άνδρα είτε γυναίκα. Όπως σημειώνει:

"Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος, πέρα από όσα λέω και δείχνω, θέλει επίσης να είναι η επίγνωση και η δικαίωση του παιχνιδιού, της δέσμευσης και της ερμηνευτικής τεχνικής μέχρι τη δεξιοτεχνία που απαιτεί αυτή η τελετουργική πράξη της ανάστασης και της εισόδου σε ένα ξένο σώμα. Για μένα, όταν ένας/μία ηθοποιός ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα, όπως δηλώνει η λέξη, γίνεται σάρκα του· επομένως, παράγεται η πράξη της ανάστασης" [1].

Ο Μιρό επισημαίνει ακόμη πως το κείμενο απαιτεί να μην παίζει το σώμα καθοριστικό ρόλο στην παράστασή του, παρότι μιλά για την ευθραυστότητα των σωμάτων. Ήταν πλήρως συνειδητοποιημένος ότι το σώμα του ερμηνευτή ίσως να ταυτιζόταν με κάποιον από τους ρόλους μόνο εν μέρει — ή και καθόλου.

Αυτές οι σκέψεις του συγγραφέα φαίνεται να βρίσκουν ιδανική εφαρμογή στην παράσταση που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Θησείο, σε σκηνοθεσία Ζωής Ξανθοπούλου, με τον Αργύρη Ξάφη να αναλαμβάνει το τεράστιο βάρος όλων των ρόλων.

Ο μακρόστενος σκηνικός χώρος, βιομηχανικής αισθητικής, καλυμμένος εξ ολοκλήρου με πράσινο ψεύτικο γκαζόν, φιλοξενούσε διάσπαρτα σκηνικά αντικείμενα και προβολείς. Η σκηνοθετική σύλληψη αξιοποίησε τον χώρο τμηματικά: ο ηθοποιός ξεκινούσε από τη μία άκρη της αίθουσας και, αλλάζοντας ρόλους, προχωρούσε σταδιακά προς το κέντρο και έπειτα προς το αντίθετο άκρο — μια διαδρομή παράλληλη με τη μετάβαση από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, από ιστορία σε ιστορία.

Μέρος του σκηνικού της παράστασης

Μέρος του σκηνικού της παράστασης

Οι επτά ρόλοι — Άλμπερτ (το αγόρι), Λουίζ και ένας άνδρας (οι δύο που το ανακαλύπτουν), Αντόνια (η μητέρα), Τζούλια (η διευθύντρια του Λυκείου), Ρικάρντ (ο ξυλουργός) και ο Ελισέου — θα αποτελούσαν πρόκληση για κάθε ηθοποιό.

Κι όμως, από τις πρώτες κιόλας στιγμές ήταν φανερό πως ο Αργύρης Ξάφης είχε κερδίσει το στοίχημα. Η ερμηνεία του βασίστηκε στην αλήθεια, στην αμεσότητα και στη βαθιά πειστικότητα. Οι μεταβάσεις του από τον έναν ρόλο στον άλλο γίνονταν χωρίς εξωτερικά στηρίγματα: ούτε αλλαγές κοστουμιών, ούτε υπερβολικές φωνητικές ή σωματικές διαφοροποιήσεις. Μόνο με ένα βλέμμα ή μια μικρή μετατόπιση ενέργειας γινόταν εμφανές πως είχε μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλον.

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς αντικειμενικά μια τέτοια ερμηνεία. Θα μπορούσε, όμως, να πει ότι ο Ξάφης δεν «υποδύθηκε» τους χαρακτήρες — τους άφησε να περάσουν μέσα του. Τόσο που ήταν οι ίδιοι οι ρόλοι, που ζήτησαν ή φώναξαν στους θεατές να κλείσουν τα κινητά, που χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης. Με ακρίβεια, απλότητα, βαθιά εσωτερική συγκέντρωση, άρτιο λόγο -σε ελάχιστα σημεία ίσως ξέφυγε λίγο σε ταχύτητα -  και ευέλικτο σώμα, έδωσε φωνή σε νέους, ηλικιωμένους, γυναίκες, τρανς, μητέρες. Όλοι οι ρόλοι ενώθηκαν στο δικό του σώμα, που σαν πρίσμα τους εξακτίνωσε και τους έφερε ζωντανούς μπροστά μας. Και κάπως έτσι, η "ανάσταση" στην οποία αναφέρθηκε Μιρό, τελέστηκε επί σκηνής.

Η παράσταση δεν βασίστηκε σε σκηνικά εφέ ή εντυπωσιασμούς — ούτε τα φώτα, που σε κάποια σημεία ίσως δεν ήταν απολύτως συγχρονισμένα, είχαν τελικά σημασία. Αυτό που έμενε ήταν η ίδια η ερμηνεία, η θεμελιώδης πράξη του θεάτρου: ένας άνθρωπος επί σκηνής που αφηγείται την αλήθεια πολλών άλλων. Ένα έργο που μιλάει για τη βία, την ενοχή, την κλειστή κοινωνία και, πάνω απ’ όλα, για την ανθρώπινη ευθραυστότητα.


Άννα Τζανιδάκη

 

Υπόλοιποι συντελεστές:

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Σκηνογραφία - Ενδυματολογία: Βασίλης Αποστολάτος

Μουσική: Φώτης Σιώτας

Μέρος του φουαγιέ του θεάτρου
Μέρος του φουαγιέ του θεάτρου

Θέατρο Θησείον



[1] Από το σημείωμα στο πρόγραμμα της παράστασης.